Προκόπης Παυλόπουλος: «Κοινωνικό κεκτημένο και ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης» | piperata.gr Skip to main content
Προκόπης Παυλόπουλος: «Κοινωνικό κεκτημένο και ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης»

Προκόπης Παυλόπουλος: «Κοινωνικό κεκτημένο και ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης»

Τα PIPERATA.GR αναδημοσιεύουν ένα άκρως επίκαιρο απόσπασμα από το βιβλίο του «Η Πανδημία και το Εμβόλιο: Στην βαριά σκιά του Επιμηθέα» (σ.σ.: κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg ) του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας Δημοκρατίας και Επίτιμου Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Προκοπίου Παυλοπούλου.

 

«Το κοινωνικό κεκτημένο έπεσε, σε πολλές περιπτώσεις, θύμα των αναγκών αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης στα Ευρωπαϊκά Κράτη, ιδίως δε στα Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Από την πλειάδα θεσμικοπολιτικών πτυχών του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου, οι οποίες έχουν υποβαθμισθεί ως προς το επίπεδο σεβασμού αντίστοιχων κοινωνικών δικαιωμάτων, σταχυολογούνται δύο και μόνο. Η επιλογή τους δεν είναι τυχαία. Λόγω της σημασίας των πτυχών αυτών ως προς το όλο περιβάλλον ορθολογικής άσκησης των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων, η υποβάθμισή τους καταδεικνύει ότι η εμφάνισή της φέρνει στο φως την όλη κατάσταση του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου, ιδίως στην Ευρώπη -είτε πρόκειται για τα Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε, ευρύτερα, για τα λοιπά Κράτη-Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης- την προτεραία της εισβολής του Covid-19 και της εξ αυτού προκληθείσας πανδημίας.

 

Ι. Η πρώτη από τις ως άνω δύο πτυχές του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου συνίσταται στην εμφανή σχετικοποίηση του λεγόμενου «κοινωνικού κεκτημένου», το οποίοκαθορίζει την στάθμη προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων και των εξ αυτών απορρεουσών κοινωνικών παροχών, που δεν επιτρέπεται, κατά το Εθνικό, το Ευρωπαϊκό και το Διεθνές Δίκαιο, ν’ απομειωθεί σε σημείο που να θίγει τον πυρήνα του κατά περίπτωση κοινωνικού δικαιώματος. Όπως είναι προφανές, υπό τα ως άνω δεδομένα το «κοινωνικό κεκτημένο» δεν μπορεί να είναι απόλυτο αλλά σχετικό, με την έννοια βεβαίως ότι ναι μεν το επίπεδο προστασίας κάθε κοινωνικού δικαιώματος μπορεί να μεταβληθεί, επί τα βελτίω ή επί τα χείρω, πλην όμως η κάθε μορφή απομείωσής του δεν επιτρέπεται να οδηγήσει στην κατ’ αποτέλεσμα ελαχιστοποίησή του και, ακόμη περισσότερο, στην εκμηδένισή του.

 

Α. Ενώ όμως, ιδίως ως την δημιουργία της Ευρωζώνης, η νομολογία τόσο σ’ εθνική όσο και υπερεθνική διάσταση -ευρωπαϊκή ή διεθνή- δεχόταν με μεγάλη φειδώ την σχετικοποίηση του υφιστάμενου κοινωνικού κεκτημένου, τα πράγματα άλλαξαν στην συνέχεια, για να πάρουν εξαιρετικά ανησυχητική τροπή μετά την βαθιά οικονομική κρίση, της οποίας την αφετηρία σηματοδότησε η κατάρρευση του τραπεζικού κολοσσού «LehmanBrothers». Έκτοτε, το κοινωνικό κεκτημένο έπεσε, σε πολλές περιπτώσεις, θύμα των αναγκών αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης στα Ευρωπαϊκά Κράτη, ιδίως δε στα Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναδεικνύοντας έτσι την αλήθεια της -υποδόριας αρχικώς, εμφανέστερης όμως στην συνέχεια- σταδιακής επικράτησης της «επικυριαρχίας» του «οικονομικού» επί του «θεσμικού».

 

Β. Είναι χαρακτηριστικό ότι η νομολογία των εθνικών δικαστηρίων των επιμέρους Ευρωπαϊκών Κρατών, κατά κύριο δε λόγο εκείνων που άρχισαν ν’ αντιμετωπίζουν σημαντικά οικονομικά προβλήματα, ξεκίνησε γρηγορότερα τις «εκπτώσεις» ως προς την κατοχύρωση της στάθμης του κοινωνικού κεκτημένου. Την πραγματικότητα αυτή ζήσαμε, με απτά δείγματα γραφής, στην Ελλάδα κατά την διάρκεια της βαθιάς οικονομικής κρίσης και της μνημονιακής εποχής. Ήταν τότε -οι μνήμες είναι ακόμη πολύ ζωντανές- που ιδίως η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ανέχθηκε την δραστική απομείωση του κοινωνικού κεκτημένου, προσφεύγοντας στην ανάγκη ικανοποίησης του πρωτοεμφανιζόμενου, και εξαιρετικά διαβρωτικού για τα θεμέλια των κοινωνικών δικαιωμάτων, «δημοσιονομικού» δημόσιου συμφέροντος.

 

Δηλαδή του δημόσιου συμφέροντος, το οποίο συνίσταται στην επίτευξη αμιγώς δημοσιονομικών στόχων, όταν ουδέποτε στο παρελθόν είχε γίνει αποδεκτό ότι το αμιγώς δημοσιονομικού περιεχομένου κρατικό συμφέρον μπορεί να χαρακτηρισθεί ως δημόσιο συμφέρον, ικανό να δικαιολογήσει τον περιορισμό άσκησης δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων, φυσικά, των κοινωνικών δικαιωμάτων. Η αντίστοιχη νομολογία των Δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν «όρθωσε» τείχος σε αυτή την τάση σχετικοποίησης του κοινωνικού κεκτημένου. Το αυτό, και afortiori, συνέβη και με το Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της, προστατευτικής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, νομοθεσίας του Συμβουλίου της Ευρώπης. Σε σημείο ώστε να γίνεται γενικώς δεκτό σήμερα στους νομικούς επιστημονικούς κύκλους διεθνώς, ότι η θεωρία του κοινωνικού κεκτημένου δεν φαίνεται ν’ αναγνωρίζεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Είναι πρόδηλο ότι σε αυτή την, άκρως διστακτική -κατά την επιεικέστερη έκφραση- στάση του ως άνω Δικαστηρίου έχει συμβάλει καθοριστικώς το ότι, όπως ήδη επισημάνθηκε, η νομοθεσία προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων στο Συμβούλιο της Ευρώπης, ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης, λόγω της έλλειψης ισχυρών κυρωτικών μηχανισμών έχει μεταπέσει στην κανονιστική κατάσταση των legesimperfectae.

 

ΙΙ. Η δεύτερη από τις ως άνω δύο πτυχές του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου -η οποία, κατά βάση και κατ’ ουσία, αποτελεί επιμέρους έκφραση και έκφανση της πρώτης, ήτοι του κοινωνικού κεκτημένου- συνίσταται στην εξίσου εμφανή σχετικοποίηση του λεγόμενου «ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης» («Existenzminimum», κατά την γερμανική νομική ορολογία), το οποίο πρέπει να διασφαλίζει κάθε Κράτος προκειμένου να μην θίγεται ο πυρήνας της αξίας του Ανθρώπου και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του.

 

Α. Μολονότι δεν υφίσταται ρητή και σαφής ρύθμιση, σ’ εθνικό, ευρωπαϊκό ή και διεθνές επίπεδο, ως προς την υποχρέωση διασφάλισης, εκ μέρους των αρμόδιων κατά περίπτωση κρατικών οργάνων, ενός τέτοιου ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης, έχει γίνει δεκτό, σε θεωρητική αλλά και σε νομολογιακή βάση εντός και εκτός των συνόρων των εθνικών έννομων τάξεων, ότι η αρχή του σεβασμού του ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης απορρέει, ως γενική αρχή, από πλειάδα κανόνων του Εθνικού καθώς και του Ευρωπαϊκού αλλά και του Διεθνούς Δικαίου. Επιπλέον, π.χ., από την μια πλευρά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, με την σύστασή του 92/441 της 24.6.1992, υπέδειξε την ανάγκη επάρκειας των πόρων και παροχών στα συστήματα κοινωνικής προστασίας των Κρατών-Μελών. Και, από την άλλη πλευρά, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με το ψήφισμά του της 20.10.2010, διαπίστωσε την ανάγκη διασφάλισης ενός λογικού ελάχιστου εισοδήματος, δεδομένου ότι αυτό συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την αξιοπρεπή διαβίωση του Ανθρώπου.

 

Β. Όπως, όμως, συνέβη και με το εν γένει κοινωνικό κεκτημένο, τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα όσο και τα δικαιοδοτικά όργανα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης ουδέποτε καθιέρωσαν συγκεκριμένες νομικές συντεταγμένες ως προς το πώς πρέπει να προσδιορίζεται η έννοια -και, επέκεινα, η στάθμη- του ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης. Στην ίδια κατεύθυνση -με κάποιες παρήγορες «αναλαμπές», για την ακρίβεια- κινήθηκε, δυστυχώς, και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας στην Ελλάδα, ιδίως κατά την μνημονιακή περίοδο.

 

Κάπως έτσι, το ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης στην Ελλάδα πέρασε, όπως και το κοινωνικό κεκτημένο εν γένει κατά το προλεχθέντα, υπό τα «καυδιανά δίκρανα» του «πανίσχυρου», κανονιστικώς, δημοσιονομικού δημόσιου συμφέροντος.»

 

 

 



Add new comment

Plain text

  • No HTML tags allowed.
  • Web page addresses and email addresses turn into links automatically.
  • Lines and paragraphs break automatically.

WebTV