Μάριος Γεωργιάδης: Από τα συλλαλητήρια στα συγχαρητήρια και στις εθνικές υποχωρήσεις… | piperata.gr Skip to main content
Γεωργιάδης

Μάριος Γεωργιάδης: Από τα συλλαλητήρια στα συγχαρητήρια και στις εθνικές υποχωρήσεις…

Δεν είναι πολύ μακρινή η εποχή που οι Έλληνες διαδήλωναν κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών, η οποία υπεγράφη στις 17 Ιουνίου 2018 σε ειδική τελετή στο συνοριακό χωριό Ψαράδες στη Λίμνη της Μεγάλης Πρέσπας και επικυρώθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων στις 25 Ιανουαρίου του 2019, με 153 ψήφους υπέρ και 146 κατά και έναν βουλευτή να δηλώνει παρόν.

 

Γράφει ο Μάριος Γεωργιάδης*

Οι αντιδράσεις, τότε, κατά της συμφωνίας ήταν πολλές και ποικίλες. Αναφέρω ενδεικτικά αυτή του Μίκη Θεοδωράκη και άλλων καλλιτεχνών και ανθρώπων των γραμμάτων που ζητούσαν από την κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου τη διενέργεια δημοψηφίσματος, - μάλιστα, ο μεγάλος Έλληνας μουσικοσυνθέτης υπήρξε και ο κεντρικός ομιλητής στο πρώτο συλλαλητήριο, αυτό του 2018, και όλοι θυμόμαστε πώς τον αντιμετώπισε η προπαγάνδα του ΣΥΡΙΖΑ.

 

Ως βουλευτής, τότε, της Ένωσης Κεντρώων είχα κι εγώ προσωπικά συμμετάσχει και στα δύο συλλαλητήρια, τόσο αυτό της Θεσσαλονίκης, όσο και σε αυτό του Συντάγματος, στο οποίο μάλιστα έγινα μάρτυρας της άνανδρης επίθεσης έξω από το Μέγαρο της Βουλής με καπνογόνα κατά ηλικιωμένων και οικογενειών, μετά από εντολή της τότε κυβέρνησης ΣυριζΑνΕλ, με στόχο να διαλύσουν με συνοπτικές διαδικασίες τη συγκέντρωση των εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων πολιτών. Παράλληλα, είχα αντιταχθεί στην επονείδιστη συμφωνία με ομιλίες μου στη Βουλή τις ημέρες των συζητήσεων για την επικύρωσή της, με παρουσίες μου σε τηλεοπτικά δίκτυα και με συνεντεύξεις μου σε ενημερωτικούς ιστότοπους. Σε όλα όσα είπα και έγραψα εκείνες τις ημέρες, προσπάθησα να φωτίσω πολλά από τα σκοτεινά της “Συμφωνίας της Λίμνης” και να προειδοποιήσω για τα χειρότερα που είχαμε μπροστά μας.

 

Ήταν μια εποχή ιδιαίτερα φορτισμένη για τα πολιτικά πράγματα της χώρας και η Συμφωνία των Πρεσπών έμοιαζε ως το επιστέγασμα μιας σειράς οικτρών επιλογών (και αποτυχιών) των κυβερνήσεων Τσίπρα-Καμμένου, εκτός των άλλων, και στα μεγάλα εθνικά ζητήματα.

 

Η Νέα Δημοκρατία, ο πρόεδρός της Κυριάκος Μητσοτάκης και τα στελέχη της καταδίκαζαν τότε τη συμφωνία και διαμήνυαν σε όλους τους τόνους ότι θα την καταγγείλουν και δεν θα την εφαρμόσουν ως κυβέρνηση. Αρκετοί δε από αυτούς, βρέθηκαν και φωτογραφήθηκαν στα συλλαλητήρια, σε μία προσπάθεια να ενισχύσουν την αρνητική τους στάση απέναντι στην εν λόγω συμφωνία.  Βρισκόμασταν, άλλωστε, σε... προεκλογική περίοδο.

 

Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 2019, η Νέα Δημοκρατία έγινε αυτοδύναμη κυβέρνηση με ισχυρή πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, η πρώτη μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα – έχει και αυτή η λεπτομέρεια τη σημασία της.

 

Από τις πρώτες σχεδόν ημέρες της διακυβέρνησης της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία και τον Κυριάκο Μητσοτάκη άρχισαν τα… στρογγυλέματα γύρω από τη Συμφωνία των Πρεσπών, ώσπου καταλήξαμε στα “συγχαρητήρια” προς τους Σκοπιανούς για την είσοδό τους στο ΝΑΤΟ και τα ευχολόγια για την ομαλή ενταξιακή πορεία τους στην ευρωπαϊκή οικογένεια.

 

Αίφνης, λοιπόν, οι σημερινοί κυβερνώντες ξέχασαν τα όσα έλεγαν ως Αξιωματική Αντιπολίτευση για τη συμφωνία, λόγια που έφταναν σε βαρύτατους χαρακτηρισμούς ακόμα και περί εθνικής μειοδοσίας.

 

Από τον περσινό Ιούλιο και μετά, όμως, πολλές απορίες προκαλεί το πάθος με το οποίο η Κυβέρνηση διαφημίζει το σκοπιανό κράτος.

 

Κατά την επίσκεψη του Πρωθυπουργού στη Γερμανία, στις 29 Αυγούστου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε στην κοινή συνέντευξη τύπου με την κα Μέρκελ, ότι “η Συμφωνία των Πρεσπών είναι μια συμφωνία με σοβαρά ελαττώματα, τα οποία μπορούν να αμβλυνθούν μέσω της συνολικής ευρωπαϊκής προοπτικής των Δυτικών Βαλκανίων”, ουσιαστικά δηλαδή καθόλου δεν αμφισβήτησε την υπόσταση αυτής της συμφωνίας και καθόλου δεν μίλησε για δικό του βέτο, όπως παλαιότερα επαναλάμβανε.

 

Στη συνέχεια, ο κ. Μητσοτάκης, σε συνέντευξή του στην ξένη εφημερίδα Financial Times, στις αρχές του περασμένου Δεκεμβρίου, όχι μόνο κάλεσε την Ε.Ε. να αρχίσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις με τα Σκόπια, αλλά και προκάλεσε τον Γάλλο Πρόεδρο κ. Μακρόν, "μαλώνοντάς τον", γιατί λίγο καιρό νωρίτερα είχε μπλοκάρει τη διεύρυνση της Ε.Ε. προς τα Δυτικά Βαλκάνια.

 

Από αυτές τις παρεμβάσεις, αλλά και άλλες σχετικές των διαφόρων υπουργών, γίνεται ολοφάνερο ότι η χώρα μας σπαταλά ασύστολα πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο στην Ευρώπη, όχι για να προωθεί αποκλειστικά τα ελληνικά συμφέροντα, αλλά και για να προμοτάρει τις δήθεν "προοπτικές" των Σκοπίων.

 

Και σαν να μην έφταναν όλα τα παραπάνω, την Τετάρτη 27 Μαΐου η Βουλή έγινε “πλυντήριο” για την υπόθεση της Συμφωνίας των Πρεσπών, όταν συζητήθηκε η λήψη απόφασης επί προτάσεως της εισαγγελικής αρχής για την άρση ασυλίας πολλών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, ως συνέχεια μήνυσης ιδιωτών, με τις κατηγορίες της “εσχάτης προδοσίας” και της “κατάχρησης εξουσίας”.

 

Σαν από θαύμα, οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας ξέχασαν τις κορώνες του παρελθόντος, λέγοντας “άλλα λόγια να αγαπιόμαστε” για το δικαίωμα των βουλευτών να ψηφίζουν κατά συνείδηση και ψήφισαν “μπουλουκηδόν” τη μη άρση της ασυλίας με το πρόσχημα ότι δεν πρέπει να καλλιεργείται κλίμα διχασμού για τα εθνικά θέματα.

 

Δηλαδή, οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο παραδόθηκαν στην κοινωνία ως αθώες λευκές περιστερές, αλλά ακόμα χειρότερα αυτό έγινε και με τη βούλα της Βουλής!, για μια συμφωνία με την οποία εκχώρησαν απλόχερα στους σκοπιανούς και χωρίς το παραμικρό ουσιαστικό αντάλλαγμα, το όνομα της Μακεδονίας μας, την εθνικότητα, τη γλώσσα, την Ιστορία μας, τον Πολιτισμό μας, την ένταξή τους στην Ε.Ε και άλλα πάρα πολλά.

 

Πλέον όμως, η Νέα Δημοκρατία που ακόμα δεν έχει κλείσει έναν ολόκληρο χρόνο στη διακυβέρνηση, έχει και αυτή τη δική της ανοιχτή πληγή στα εθνικά θέματα: την αναταραχή που προκάλεσαν οι Τούρκοι στον Έβρο και την ανοιχτή πλέον, εκ μέρους τους, αμφισβήτηση της χερσαίας συνοριακής γραμμής – και δε μιλάμε για “λίγες δεκάδες μέτρα” όπως είπε ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας, αν και το ζήτημα δεν είναι καθόλου ποσοτικό!

 

Αν κρίνω, δε, από την απάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στη δημοσιογράφο Μάρα Ζαχαρέα, στην τηλεοπτική συνέντευξη που παραχώρησε στο Star, όταν ρωτήθηκε για το θέμα του Έβρου, τότε είναι εύλογο να ανησυχώ - όπως και κάθε Έλληνας πολίτης - για το μέλλον. Διότι κανείς μας δεν μπορεί να θεωρεί υπεύθυνη απάντηση πρωθυπουργού τη φράση “εκτιμώ ότι δεν έγινε τίποτε στον Έβρο”.

 

Φυσικά και έγινε κάτι στον Έβρο, κ. Μητσοτάκη. Ένα θέμα που έχει λυθεί από το 1923, με τη Συνθήκη της Λωζάννης, ένα τεχνικό θέμα με την κοίτη του ποταμού και με το οποίο ασχολούνται οι αρμόδιες τεχνικές επιτροπές των δύο χωρών, η Τουρκία το αναβάθμισε σε… συνοριακή διαφορά με την Ελλάδα. Και το χειρότερο; Η υπεύθυνη κυβέρνηση το άφησε να “σέρνεται” για δύο τρεις ημέρες, ο ένας αρμόδιος υπουργός “πετούσε το μπαλάκι” στον άλλο αρμόδιο, με αποτέλεσμα τα όσα θλιβερά επακολούθησαν, δίδοντας το δικαίωμα στην Τουρκία να “ανακαλύψει” άλλη μία γκρίζα ζώνη και να προσθέσει στη λίστα της άλλη μία δήθεν διαφορά μεταξύ των δύο χωρών.

 

Χρειάζεται, άραγε, να υπενθυμίσουμε ότι για την υπεράσπιση των συνόρων της πατρίδας μας, χερσαίων, θαλάσσιων και εναέριων, έχει χυθεί άφθονο ελληνικό αίμα;

 

Χρειάζεται, άραγε, να υπενθυμίσουμε ότι για τη φύλαξη των συνόρων μας οι ελληνικές οικογένειες στέλνουν τα παιδιά τους στις Ένοπλες Δυνάμεις και “ματώνουν” οικονομικά, κάθε χρόνο, για τα μεγάλα και μικρά εξοπλιστικά προγράμματα;

 

Καμία πέμπτη φάλαγγα “εσωτερικού” δεν δημιούργησε το θέμα στον Έβρο. Η ευθύνη ανήκει αποκλειστικά στην κυβέρνηση, η οποία δεν έδειξε αποφασιστικότητα στη διαχείριση της κρίσης όπως είχε πράξει στις αρχές του έτους με την κρίση που δημιούργησαν οι Τούρκοι στα σύνορα με “όπλο” τους μερικές χιλιάδες οικονομικούς μετανάστες και ίσως πρόσφυγες.

 

Ο πρωθυπουργός οφείλει να δώσει πειστικές εξηγήσεις, να στείλει στα σπίτια τους όσους έχουν ευθύνες γι’ αυτό το φιάσκο και να αντιμετωπίσει επιτέλους την Τουρκία χωρίς φόβους και σύνδρομα.

 

Εύχομαι, πραγματικά, να μην επικρατήσουν τελικά στην κυβέρνηση οι διάφοροι γνωστοί ενδοτικοί και να μη μας παρουσιάσουν κάποιο καινούργιο Σχέδιο Ανάν ως την “τελευταία και μοναδική” ευκαιρία μας να “ευτυχήσουμε” συνεργαζόμενοι με τη γείτονα και κάνοντας βήματα πίσω.

 

Αρκετά πια σ’ αυτή τη χώρα με τις περιπέτειες και τις εθνικές υποχωρήσεις…

 

* Ο Μάριος Γεωργιάδης είναι τ. Αντιπρόεδρος της Βουλής, τ. βουλευτής Α' Αθηνών, σύμβουλος επιχειρήσεων και αρθρογράφος του PIPERATA.GR



Add new comment

Plain text

  • No HTML tags allowed.
  • Web page addresses and email addresses turn into links automatically.
  • Lines and paragraphs break automatically.

WebTV